Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αξεφούρνιστος αξεφούρνιστη αξεφούρνιστο
γενική αξεφούρνιστου αξεφούρνιστης αξεφούρνιστου
αιτιατική αξεφούρνιστο αξεφούρνιστη αξεφούρνιστο
κλητική αξεφούρνιστε αξεφούρνιστη αξεφούρνιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξεφούρνιστοι αξεφούρνιστες αξεφούρνιστα
γενική αξεφούρνιστων αξεφούρνιστων αξεφούρνιστων
αιτιατική αξεφούρνιστους αξεφούρνιστες αξεφούρνιστα
κλητική αξεφούρνιστοι αξεφούρνιστες αξεφούρνιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξεφούρνιστος < α- + ξεφουρνίζω + -τος < φούρνος < ελληνιστική κοινή φοῦρνος < λατινική furnus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gwher

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αξεφούρνιστος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που δεν τον έχουν ξεφουρνίσει, δεν τον έχουν βγάλει από το φούρνο
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει ειπωθεί ή αποκαλυφθεί ξαφνικά (και ενδεχομένως άκαιρα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία