Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιστασιακός η αντιστασιακή το αντιστασιακό
      γενική του αντιστασιακού της αντιστασιακής του αντιστασιακού
    αιτιατική τον αντιστασιακό την αντιστασιακή το αντιστασιακό
     κλητική αντιστασιακέ αντιστασιακή αντιστασιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιστασιακοί οι αντιστασιακές τα αντιστασιακά
      γενική των αντιστασιακών των αντιστασιακών των αντιστασιακών
    αιτιατική τους αντιστασιακούς τις αντιστασιακές τα αντιστασιακά
     κλητική αντιστασιακοί αντιστασιακές αντιστασιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιστασιακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντιστασιακός

  1. που έχει σχέση με την αντίσταση απέναντι σε κάποια εξουσία οργανωμένης μορφής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιστασιακός αρσενικό, αντιστασιακή θηλυκό

  1. που παίρνει μέρος ή είχε πάρει μέρος στην αντίσταση της χώρας του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία