Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιμεταθετικός η αντιμεταθετική το αντιμεταθετικό
      γενική του αντιμεταθετικού της αντιμεταθετικής του αντιμεταθετικού
    αιτιατική τον αντιμεταθετικό την αντιμεταθετική το αντιμεταθετικό
     κλητική αντιμεταθετικέ αντιμεταθετική αντιμεταθετικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιμεταθετικοί οι αντιμεταθετικές τα αντιμεταθετικά
      γενική των αντιμεταθετικών των αντιμεταθετικών των αντιμεταθετικών
    αιτιατική τους αντιμεταθετικούς τις αντιμεταθετικές τα αντιμεταθετικά
     κλητική αντιμεταθετικοί αντιμεταθετικές αντιμεταθετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιμεταθετικός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντιμεταθετικός

  • (μαθηματικά) για ψηφία ή δεδομένα που η θέση τους σε μια πράξη δεν μεταβάλλει το αποτέλεσμα
    η γνωστή πράξη της πρόσθεσης είναι αντιμεταθετική:  , όπως και η πράξη του πολλαπλασιασμού:  
    η πράξη της αφαίρεσης δεν είναι αντιμεταθετική:  , όπως και η πράξη της διαίρεσης :  

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία