Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναρμάτωτος αναρμάτωτη αναρμάτωτο
γενική αναρμάτωτου αναρμάτωτης αναρμάτωτου
αιτιατική αναρμάτωτο αναρμάτωτη αναρμάτωτο
κλητική αναρμάτωτε αναρμάτωτη αναρμάτωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναρμάτωτοι αναρμάτωτες αναρμάτωτα
γενική αναρμάτωτων αναρμάτωτων αναρμάτωτων
αιτιατική αναρμάτωτους αναρμάτωτες αναρμάτωτα
κλητική αναρμάτωτοι αναρμάτωτες αναρμάτωτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναρμάτωτος < μεσαιωνική ελληνική αναρμάτωτος < αρματώνω < άρμα < λατινική arma < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂(e)rmos < *h₂er- ‎(ἀραρίσκω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναρμάτωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει αρματωθεί
  2. (ναυτικός όρος) που δεν έχει αρματωθεί

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία