Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανάρτηση οι αναρτήσεις
      γενική της ανάρτησης
& αναρτήσεως
των αναρτήσεων
    αιτιατική την ανάρτηση τις αναρτήσεις
     κλητική ανάρτηση αναρτήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάρτηση < αρχαία ελληνική ἀνάρτησις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈnaɾ.ti.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανάρτηση θηλυκό

  1. το να αναρτά κάποιος κάτι
     συνώνυμα: κρέμασμα
  2. (συνεκδοχικά) η δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης σε κατάλληλο χώρο
  3. (πληθυντικός) σύστημα των μηχανοκίνητων τροχοφόρων οχημάτων που εξυπηρετεί την απόσβεση των κραδασμών και συνδέει ελαστικά το αμάξωμα με τους άξονες των τροχών, ελέγχοντας την πρόσφυση στην κίνηση
  4. (διαδίκτυο) post: δημοσίευση άρθρου, γνώμης, κλπ. στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κλπ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία