Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακήδευτος η ακήδευτη το ακήδευτο
      γενική του ακήδευτου της ακήδευτης του ακήδευτου
    αιτιατική τον ακήδευτο την ακήδευτη το ακήδευτο
     κλητική ακήδευτε ακήδευτη ακήδευτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακήδευτοι οι ακήδευτες τα ακήδευτα
      γενική των ακήδευτων των ακήδευτων των ακήδευτων
    αιτιατική τους ακήδευτους τις ακήδευτες τα ακήδευτα
     κλητική ακήδευτοι ακήδευτες ακήδευτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακήδευτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκήδευτος[1] < α- στερητικό + κηδεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈci.ðe.ftos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐κή‐δευ‐τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακήδευτος, -η, -ο

  1. που δεν κηδεύτηκε, θάφτηκε
  2. (θρησκεία) που ενταφιάστηκε προτού αρχίσει η κηδεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία