Δείτε επίσης: ἀδιάφθορος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδιάφθορος η αδιάφθορη το αδιάφθορο
      γενική του αδιάφθορου της αδιάφθορης του αδιάφθορου
    αιτιατική τον αδιάφθορο την αδιάφθορη το αδιάφθορο
     κλητική αδιάφθορε αδιάφθορη αδιάφθορο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδιάφθοροι οι αδιάφθορες τα αδιάφθορα
      γενική των αδιάφθορων των αδιάφθορων των αδιάφθορων
    αιτιατική τους αδιάφθορους τις αδιάφθορες τα αδιάφθορα
     κλητική αδιάφθοροι αδιάφθορες αδιάφθορα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιάφθορος < αρχαία ελληνική ἀδιάφθορος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιάφθορος -η -ο

  1. που δεν έχει διαφθαρεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διαφθείρει ηθικά
     αντώνυμα: διεφθαρμένος
    μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε ο υπουργός Οικονομικών διόρισε νέα αδιάφθορη ηγεσία στις υπηρεσίες του υπουργείου του
  2. (ιατρική) που δεν έχει υποστεί διάτρηση ή άλλου είδους φθορά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αδιάφθορος αρσενικό

  1. (ιστορία) προσωνυμία του Ροβεσπιέρου
  2. (στον πληθυντικό, δημοσιογραφικό) οι υπάλληλοι της υπηρεσίας για την αντιμέτωπιση του οικονομικού εγκλήματος που έχουν αυξημένες αρμοδιότητες και εσωτερικού ελέγχου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία