Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβοτάνιστος η αβοτάνιστη το αβοτάνιστο
      γενική του αβοτάνιστου της αβοτάνιστης του αβοτάνιστου
    αιτιατική τον αβοτάνιστο την αβοτάνιστη το αβοτάνιστο
     κλητική αβοτάνιστε αβοτάνιστη αβοτάνιστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβοτάνιστοι οι αβοτάνιστες τα αβοτάνιστα
      γενική των αβοτάνιστων των αβοτάνιστων των αβοτάνιστων
    αιτιατική τους αβοτάνιστους τις αβοτάνιστες τα αβοτάνιστα
     κλητική αβοτάνιστοι αβοτάνιστες αβοτάνιστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβοτάνιστος < α- στερητικό + (βοτανίζω) βοτανισ- + -τος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.voˈta.ni.stos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐βο‐τά‐νι‐στος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβοτάνιστος, -η , -ο

  • που δεν έχει βοτανιστεί, από τον οποίο δεν αφαιρέθηκαν τα άγρια χόρτα, τα ζιζάνια
    χωράφι αβοτάνιστο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη βότανο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία