Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβδέλυκτος < ἀβδέλυκτος < ἀ- στερητικό + βδελύσσω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβδέλυκτος, -η, -ο

  1. που δεν είναι βδελυρός, που δεν είναι αηδιαστικός, μολυσμένος, που είναι αμύσακτος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία