Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αβγατισμένος αβγατισμένη αβγατισμένο
γενική αβγατισμένου αβγατισμένης αβγατισμένου
αιτιατική αβγατισμένο αβγατισμένη αβγατισμένο
κλητική αβγατισμένε αβγατισμένη αβγατισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβγατισμένοι αβγατισμένες αβγατισμένα
γενική αβγατισμένων αβγατισμένων αβγατισμένων
αιτιατική αβγατισμένους αβγατισμένες αβγατισμένα
κλητική αβγατισμένοι αβγατισμένες αβγατισμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβγατισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αβγατίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αβγατισμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία