Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αβανιοκαμένος αβανιοκαμένη αβανιοκαμένο
γενική αβανιοκαμένου αβανιοκαμένης αβανιοκαμένου
αιτιατική αβανιοκαμένο αβανιοκαμένη αβανιοκαμένο
κλητική αβανιοκαμένε αβανιοκαμένη αβανιοκαμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβανιοκαμένοι αβανιοκαμένες αβανιοκαμένα
γενική αβανιοκαμένων αβανιοκαμένων αβανιοκαμένων
αιτιατική αβανιοκαμένους αβανιοκαμένες αβανιοκαμένα
κλητική αβανιοκαμένοι αβανιοκαμένες αβανιοκαμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβανιοκαμένος < αβανιά + καμένος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβανιοκαμένος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει υποστεί δεινά από αβανιά
  2. κατασυκοφαντημένος
  3. (ιδιωματικό): υβριστικό στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία