Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίσωμα ισώματα
γενική ισώματος ισωμάτων
αιτιατική ίσωμα ισώματα
κλητική ίσωμα ισώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσωμα < αρχαία ελληνική ἰσῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίσωμα ουδέτερο και ίσιωμα

  1. το να ισιώνει κάποιος κάτι
    το ίσωμα των τσαλακωμένων φύλλων γίνεται ευκολότερα με το σίδερο
  2. ομαλό, επίπεδο τμήμα του εδάφους
    όταν, επιτέλους, ανέβηκα στο ίσωμα κυριολεκτικά σωριάστηκα κάτω από την κούραση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πέφτω στο ίσωμα: δεν τα καταφέρνω ούτε στα εύκολα
  • τα κάνω ίσωμα: καταστρέφω τα πάντα ή δίνω την ίδια αξία σε όλα τα θέματα
  • χαμός στο ίσωμα: μεγάλη ανακατωσούρα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία