Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ισιώνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ισιώνω

  1. κάνω κάτι ίσιο (αν είναι στραβό) ή ομαλό (αν είναι ακατάστατο) ή επίπεδο (αν έχει ανώμαλη επιφάνεια)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία