Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ισιάζω < μεσαιωνική ελληνική ἰσιάζω < ἴσιος < αρχαία ελληνική ἴσος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈsiazɔ/ και /iˈsçazɔ/
συλλαβισμός: ι‐σιά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ισιάζω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία