Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άβλεπτος άβλεπτη άβλεπτο
γενική άβλεπτου άβλεπτης άβλεπτου
αιτιατική άβλεπτο άβλεπτη άβλεπτο
κλητική άβλεπτε άβλεπτη άβλεπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβλεπτοι άβλεπτες άβλεπτα
γενική άβλεπτων άβλεπτων άβλεπτων
αιτιατική άβλεπτους άβλεπτες άβλεπτα
κλητική άβλεπτοι άβλεπτες άβλεπτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άβλεπτος < αβλεπτώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άβλεπτος

  1. αόρατος, ακοίταχτος, αθέατος, άνοπτος
  2. εκείνος που δεν του δίνει κανείς σημασία, που δεν τον βλέπει κανείς
  3. (με ενεργητική σημασία) εκείνος που δεν βλέπει καλά, ο απρόσεκτος, που κάνει αβλεψίες

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία