Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Αζόρες
      γενική των Αζορών
    αιτιατική τις Αζόρες
     κλητική Αζόρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Η θέση των Αζορών

  Ετυμολογία επεξεργασία

Αζόρες < αγγλική Azores < πορτογαλική Açores < açores, πληθυντικός του açor (διπλοσάινο) < λατινική accipiter (γεράκι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eḱu-péth₂r̥[1] < *h₂eḱus + *péth₂r̥

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈzo.ɾes/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Α‐ζό‐ρες

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Αζόρες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία