Δείτε επίσης: kind

Γερμανικά (de)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Kind die Kinder
γενική des Kinds
Kindes
der Kinder
δοτική dem Kind
Kinde
den Kindern
αιτιατική das Kind die Kinder

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Kind < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική kint < παλαιά άνω γερμανική kind [1] < πρωτογερμανική *kinþą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *g̑en(ə)- / *ǵenh₁- [2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɪnt/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Kind (de) ουδέτερο

  1. το παιδί
    Die Verantwortung für die Erziehung des Kindes liegt nicht nur bei den Eltern, sondern auch bei der Schule.
    Ευθύνη για την ανατροφή του παιδιού δεν έχουν μόνο οι γονείς, αλλά και το σχολείο.
  2. (οικογένεια) το τέκνο, ο γόνος
    Ich habe zwei Kinder. Ein 26-jähriger Sohn und eine 22-jährige Tochter.
    Έχω δυο παιδιά. Έναν 26χρονο γιο και μια 22χρονη κόρη.
     συνώνυμα: Nachkomme
  3. φιλική προσφώνηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Kind στη γερμανική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Kind» - Duden online.
  2. «Kind» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).