Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Kinderlähmung 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Kinderlähmung (de) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη:  Kind