Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-πλάσιος < αρχαία ελληνική

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-πλάσιος, -ια, -ιο

  1. χρησιμοποιείται στο σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ότι κάτι είναι τόσες φορές, όσες δηλώνει η ρίζα της λέξης, μεγαλύτερο ή περισσότερο από κάτι άλλο
    δι-πλάσιος
    τρι-πλάσιος
    εικοσ-α-πλάσιος
    πολλ-α-πλάσιος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία