Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-αδόρος < βενετική -(a)dor + -ος < λατινική -(a)tor

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-αδόρος

  1. (λαϊκότροπο) μετουσιαστικό επίθημα που δηλώνει

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία