Δείτε επίσης: ωλένη

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὠλένη αἱ ὠλέναι
      γενική τῆς ὠλένης τῶν ὠλενῶν
      δοτική τῇ ὠλέν ταῖς ὠλέναις
    αιτιατική τὴν ὠλένην τὰς ὠλένᾱς
     κλητική ! ὠλένη ὠλέναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὠλέν
γεν-δοτ τοῖν  ὠλέναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὠλένη < λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ωλένη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὠλένη θηλυκό

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
ὠλεν- 

  ΠηγέςΕπεξεργασία