Δείτε επίσης: υπαρκτός

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑπαρκτός ὑπαρκτή ὑπαρκτόν ὑπαρκτοί ὑπαρκταί ὑπαρκτά
Γενική ὑπαρκτοῦ ὑπαρκτῆς ὑπαρκτοῦ ὑπαρκτῶν ὑπαρκτῶν ὑπαρκτῶν
Δοτική ὑπαρκτῷ ὑπαρκτῇ ὑπαρκτῷ ὑπαρκτοῖς ὑπαρκταῖς ὑπαρκτοῖς
Αιτιατική ὑπαρκτόν ὑπαρκτήν ὑπαρκτόν ὑπαρκτούς ὑπαρκτάς ὑπαρκτά
Κλητική ὑπαρκτέ ὑπαρκτή ὑπαρκτόν ὑπαρκτοί ὑπαρκταί ὑπαρκτά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑπαρκτώ ὑπαρκτά
Γενική-Δοτική ὑπαρκτοῖν ὑπαρκταῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπαρκτός < ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὑπαρκτός, -ή, -όν

  1. υπαρκτός
  2. (ουσιαστικοποιημένο) τά ὑπαρκτά: η ύπαρξη