Arrows blue.png Δείτε επίσης: όλβιος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὄλβιος < ὄλβος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὄλβιος, -ιος/-ία, -ιον, υπερθετικός: ὀλβιώτατος και ὄλβιστος

  1. ευδαίμων, ευτυχής, μακάριος
  2. (για πράγματα, στον πληθυντικό του ουδετέρου) πλούσιος
    θεοί ὄλβια δοῖεν - μακάρι οι θεοί να δώσουν πλούσια δώρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία