Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁδίτης < ὁδός + -ίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὁδίτης αρσενικό

  1. οδοιπόρος, ταξιδιώτης
δέρκου θαρσών οπόταν δε μόλη δεινός οδίτης τώνδ' εκ μελάθρων (Σοφοκλής, στο έργο Φιλοκτήτης)
Οδίτης εί. Συνήκας τί ειπον; Ουκ ει πολίτης, αλλ' οδίτης εί και οδοιπόρος (Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
Τώς δ' είπερ παρά τις τε κιών άνθρωπος οδίτης (που αν τες ταράξει αθέλητα διαβάτης – Μετάφραση Πολυλά) (Όμηρος, Ιλιάδα, Π 245-270)