Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδίτης < αρχαία ελληνική ὁδίτης < οδός + -ίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οδίτης αρσενικό

  1. οδοιπόρος, ταξιδιώτης
Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Χρήστος Μπουλώτης: «Ανήσυχος και ακάματος οδίτης ο Θανάσης Δρίτσας επιμένει να ποιεί τέχνη, ξανασυλλαβίζοντας τον κόσμο
Πάροικος του κόσμου και οδίτης της Βασιλείας του Θεού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία