Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀρίγανος ὀριγάνω ὀρίγανοι
Γενική ὀριγάνου ὀριγάνοιν ὀριγάνων
Δοτική ὀριγάν ὀριγάνοιν ὀριγάνοις
Αιτιατική ὀρίγανον ὀριγάνω ὀριγάνους
Κλητική ὀρίγανε ὀριγάνω ὀρίγανοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀρίγανος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὀρίγανος αρσενικό ή θηλυκό (ὀρῑγᾰνος)

  1. (βοτανική) ρίγανη
  2. (συνεκδοχικά) (μεταφορικά) άνθρωπος στρυφνός και δύστροπος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία