Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀρίγανον ὀριγάνω ὀρίγανα
Γενική ὀριγάνου ὀριγάνοιν ὀριγάνων
Δοτική ὀριγάν ὀριγάνοιν ὀριγάνοις
Αιτιατική ὀρίγανον ὀριγάνω ὀρίγανα
Κλητική ὀρίγανον ὀριγάνω ὀρίγανα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀρίγανον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὀρίγανον ουδέτερο (ὀρῑγᾰνον) φυτό που από τα φύλλα του και το άνθος της, η ρίγανη, χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική.

  1. (βοτανική) ρίγανη
  2. (συνεκδοχικά) (μεταφορικά) άνθρωπος στρυφνός και δύστροπος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ὀρίγανον

«το δε ορίγανον μετά οίνου πινόμενον γάλα κατασπά και αδήκτους φυλάττει τους πίνοντας»,[1]

  1. Γαληνός «Περί ιοβόλων» (De Venetaris Anibalibus)