Δείτε επίσης: επιπλοκή

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐπιπλοκή ἐπιπλοκά ἐπιπλοκαί
Γενική ἐπιπλοκῆς ἐπιπλοκαῖν ἐπιπλοκῶν
Δοτική ἐπιπλοκ ἐπιπλοκαῖν ἐπιπλοκαῖς
Αιτιατική ἐπιπλοκήν ἐπιπλοκά ἐπιπλοκάς
Κλητική ἐπιπλοκή ἐπιπλοκά ἐπιπλοκαί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐπιπλοκή < αρχαία ελληνική ἐπιπλέκω < ἐπί + πλέκω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐπιπλοκή θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) (κυριολεκτικά) πλέξιμο
  2. (ελληνιστική κοινή) (κατ' επέκταση) σύνδεση, σύνδεσμος
  3. (ελληνιστική κοινή) (μεταφορικά) μπέρδεμα, σύγχυση
  4. (ελληνιστική κοινή) (ιατρική) επιπλοκή
  5. (ελληνιστική κοινή) (γραμματική) παρεμβολή (γράμματος)
  6. (ελληνιστική κοινή) (μετρική) (ρυθμική) διαπλοκή
  7. (ελληνιστική κοινή) κράμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία