Δείτε επίσης: Αμβρόσιος, ἀμβρόσιος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἀμβρόσιος οἱ Ἀμβρόσιοι
      γενική τοῦ Ἀμβροσίου τῶν Ἀμβροσίων
      δοτική τῷ Ἀμβροσί τοῖς Ἀμβροσίοις
    αιτιατική τὸν Ἀμβρόσιον τοὺς Ἀμβροσίους
     κλητική ! Ἀμβρόσιε Ἀμβρόσιοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀμβροσίω
γεν-δοτ τοῖν  Ἀμβροσίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἀμβρόσιος < αρχαία ελληνική ἀμβρόσιος < ἄμβροτος < ἀ- + βροτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mr̥twós, *mr̥tós (νεκρός, θνητός), *mr̥tó- < *mer- (πεθαίνω)

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Ἀμβρόσιος αρσενικό (θηλυκό Ἀμβροσία)

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη ἄμβροτος