Δείτε επίσης: βρότος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βροτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mr̥twós, *mr̥tós (νεκρός, θνητός), *mr̥tó- < *mer- (πεθαίνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βροτός και βρατός

  • θνητός, ο μη αθάνατος, ο μη θεϊκός, λέξη που συνήθως χρησιμοποιείτο σε αντιδιαστολή προς το θεϊκό στοιχείο
    λόγος μέν ἐστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς, ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πρὶν ἂν θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστὸς οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός:  : η αρχαία παροιμία λέει να μην κρίνεις κανένα θνητό αν ήταν καλός ή κακός προτού πεθάνει

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βροτοῖς πέφυκαι τόν πεσόντα λακτίσαι : ο άνθρωπος το έχει στη φύση του να δίνει μια κλωτσιά σε εκείνον που βρίσκει πεσμένο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία