Arrows blue.png Δείτε επίσης: άφρακτος, άφραχτος, ἄφαρκτος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄφρακτος τὸ ἄφρακτον οἱ, αἱ ἄφρακτοι τὰ ἄφρακτα
Γενική τοῦ, τῆς ἀφράκτου τοῦ ἀφράκτου τῶν ἀφράκτων τῶν ἀφράκτων
Δοτική τῷ, τῇ ἀφράκτῳ τῷ ἀφράκτῳ τοῖς, ταῖς ἀφράκτοις τοῖς ἀφράκτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄφρακτον τὸ ἄφρακτον τοὺς, τὰς ἀφράκτους τὰ ἄφρακτα
Κλητική ἄφρακτε ἄφρακτον ἄφρακτοι ἄφρακτα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀφράκτω
Γενική-Δοτική ἀφράκτοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄφρακτος < ἀ- + φράσσω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἄφρακτος

  1. απερίφρακτος
  2. αφύλαχτος
  3. ανοχύρωτος
  4. απροστάτευτος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄφρακτος

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία