Δείτε επίσης: Ἄτη

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾱτᾱ-
ονομαστική ἄτη αἱ ἆται
      γενική τῆς ἄτης τῶν ἀτῶν
      δοτική τῇ ἄτ ταῖς ἄταις
    αιτιατική τὴν ἄτην τὰς ἄτᾱς
     κλητική ! ἄτη ἆται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄτ
γεν-δοτ τοῖν  ἄταιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'νίκη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄτη < ἀάω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄτη [ ᾱ ] θηλυκό (δωρικός τύπος : ἄτα, αιολικός τύπος : αὐάτα)

  1. η ταραχή, η σύγχυση του πνεύματος που οδηγεί σε λανθασμένες και καταστροφικές αποφάσεις
  2. εξαπάτηση
  3. τυφλότητα δικαστική
  4. καταστροφή, βλάβη, όλεθρος
  5. λοιμός
  6. → δείτε και τη λέξη Ἄτη: η θεότητα της συμφοράς

  ΠηγέςΕπεξεργασία