Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ως επί το πλείστον < αρχαία ελληνική ὡς ἐπί τό πλεῖστον

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

ως επί το πλείστον

  1. πολύ συχνά
  2. στο μεγαλύτερο μέρος ή ποσοστό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία