Δείτε επίσης: ατυχής, άτυχης

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀτυχής < ἀ- στερητικό + τύχη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀτυχής, -ής, -ές

  1. ατυχής, άτυχος
  2. που δεν έχει μερίδιο σε κάτι

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία