Δείτε επίσης: αναβαθμός

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀναβαθμός ἀναβαθμώ ἀναβαθμοί
Γενική ἀναβαθμοῦ ἀναβαθμοῖν ἀναβαθμῶν
Δοτική ἀναβαθμ ἀναβαθμοῖν ἀναβαθμοῖς
Αιτιατική ἀναβαθμόν ἀναβαθμώ ἀναβαθμούς
Κλητική ἀναβαθμέ ἀναβαθμώ ἀναβαθμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀναβαθμός < ἀνά + βαθμός < βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀναβαθμός αρσενικό

  1. φορητή σκάλα
  2. αναβαθμός (σε όλες τις σημασίες εκτός της θρησκευτικής)