Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀκταῖος ἀκταία ἀκταῖον ἀκταῖοι ἀκταῖαι ἀκταῖα
Γενική ἀκταίου ἀκταίας ἀκταίου ἀκταίων ἀκταίων ἀκταίων
Δοτική ἀκταίῳ ἀκταίᾳ ἀκταίῳ ἀκταίοις ἀκταίαις ἀκταίοις
Αιτιατική ἀκταῖον ἀκταίαν ἀκταῖον ἀκταίους ἀκταίας ἀκταῖα
Κλητική ἀκταῖε ἀκταία ἀκταῖον ἀκταῖοι ἀκταῖαι ἀκταῖα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀκταίω ἀκταία
Γενική-Δοτική ἀκταίοιν ἀκταίαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκταῖος < ἀκτή + -αῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀκταῖος, -α, -ον

  1. παραλιακός
  2. (ουσιαστικοποιημένο) Ἀκταία / ἀκταία (γῆ):
    1. η παραλία, η ακτή
    2. παλαιά ονομασία της Αττικής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία