Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγήνωρ < ἄγαν + ἀνήρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀγήνωρ αρσενικό

  1. ανδρείος, ηρωικός, μεγαλοπρεπής, πείσμων

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία