Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωμαλγία οι ωμαλγίες
      γενική της ωμαλγίας των ωμαλγιών
    αιτιατική την ωμαλγία τις ωμαλγίες
     κλητική ωμαλγία ωμαλγίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωμαλγία < ώμ(ος) + -αλγία < άλγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωμαλγία θηλυκό

  • (ιατρική) ο πόνος του ώμου
    ηωμαλγία ίσως σημαίνει αρθριτικά, να ρωτήσουμε ρευματολόγο ή ορθοπεδικό άραγε;
    πάσχει από συχνές ωμαλγίες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία