Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ωκύπτερος ωκύπτερη ωκύπτερο
γενική ωκύπτερου ωκύπτερης ωκύπτερου
αιτιατική ωκύπτερο ωκύπτερη ωκύπτερο
κλητική ωκύπτερε ωκύπτερη ωκύπτερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωκύπτεροι ωκύπτερες ωκύπτερα
γενική ωκύπτερων ωκύπτερων ωκύπτερων
αιτιατική ωκύπτερους ωκύπτερες ωκύπτερα
κλητική ωκύπτεροι ωκύπτερες ωκύπτερα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωκύπτερος < αρχαία ελληνική ὠκύπτερος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωκύπτερος, -η, -ο

  1. (λόγιο) που πετά γρήγορα

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία