Το περιεχόμενο αυτής της σελίδας χρειάζεται αναθεώρηση. Μπορείτε να βρείτε ή να αφήσετε σχόλια στη σελίδα συζήτησης «ψυχαναγκασμός».
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψυχαναγκασμός οι ψυχαναγκασμοί
      γενική του ψυχαναγκασμού των ψυχαναγκασμών
    αιτιατική τον ψυχαναγκασμό τους ψυχαναγκασμούς
     κλητική ψυχαναγκασμέ ψυχαναγκασμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ψυχαναγκασμός < ψυχή + αναγκάζω

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /psi.xa.naŋ.ɡaˈzmos/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ψυχαναγκασμός αρσενικό

  1. η επιβολή της θέλησης ενός σε κάποιον άλλον με άσκηση ψυχολογικής πίεσης
  2. (ψυχολογία) η σκέψη μιας ιδέας, ενός αισθήματος, μιας τάσης που, ενώ πηγάζει από τον ψυχισμό ενός ατόμου, αντιμετωπίζεται ως αντίθετο του Εγώ του, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την περιορίσει ή να απαλλαγεί από αυτήν

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία