Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψαρόμυαλος η ψαρόμυαλη το ψαρόμυαλο
      γενική του ψαρόμυαλου της ψαρόμυαλης του ψαρόμυαλου
    αιτιατική τον ψαρόμυαλο την ψαρόμυαλη το ψαρόμυαλο
     κλητική ψαρόμυαλε ψαρόμυαλη ψαρόμυαλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψαρόμυαλοι οι ψαρόμυαλες τα ψαρόμυαλα
      γενική των ψαρόμυαλων των ψαρόμυαλων των ψαρόμυαλων
    αιτιατική τους ψαρόμυαλους τις ψαρόμυαλες τα ψαρόμυαλα
     κλητική ψαρόμυαλοι ψαρόμυαλες ψαρόμυαλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαρόμυαλος < ψαρό- + μυαλ(ό) + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψαρόμυαλος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία