Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψαθοποιείο τα ψαθοποιεία
      γενική του ψαθοποιείου των ψαθοποιείων
    αιτιατική το ψαθοποιείο τα ψαθοποιεία
     κλητική ψαθοποιείο ψαθοποιεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαθοποιείο < ψαθοποιός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαθοποιείο ουδέτερο

  1. η βιοτεχνία ή το εργαστήριο όπου κατασκευάζονται ψάθες για διάφορες χρήσεις -παλιότερα ήταν και ο χώρος επιδιόρθωσης των ψάθινων ειδών π.χ. ομπρελών, στρωμάτων, καρεκλών κ.λπ.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία