Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ψαθοποιεία ουδέτερο

  1. ψαθοποιείο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού