Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χηβάδα οι χηβάδες
      γενική της χηβάδας των χηβάδων
    αιτιατική τη χηβάδα τις χηβάδες
     κλητική χηβάδα χηβάδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

χηβάδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χηβάδα, *χημάδα < → δείτε τη λέξη αχηβάδα

  Ουσιαστικό επεξεργασία

χηβάδα θηλυκό

Άλλες γραφές επεξεργασία