Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / χήν οἱ/αἱ χῆνες
      γενική τοῦ/τῆς χηνός τῶν χηνῶν
      δοτική τῷ/τῇ χηνῐ́ τοῖς/ταῖς χησῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν χῆν τοὺς/τὰς χῆνᾰς
χένας(ανώμαλο)
     κλητική ! χήν χῆνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χῆνε
γεν-δοτ τοῖν  χηνοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'μήν' όπως «μήν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰh₂éns (χήνα). Συγγενές με: (λατινικά) anser, (σανσκριτικά) हंस (haṃsa), (ρωσικά) гусь (gus'), (παλαιά ιρλανδικά) géiss και (αγγλοσαξονικά) gōs, (αγγλικά goose)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χήν αρσενικό ή θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία