Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φυσιολατρικός φυσιολατρική φυσιολατρικό
γενική φυσιολατρικού φυσιολατρικής φυσιολατρικού
αιτιατική φυσιολατρικό φυσιολατρική φυσιολατρικό
κλητική φυσιολατρικέ φυσιολατρική φυσιολατρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυσιολατρικοί φυσιολατρικές φυσιολατρικά
γενική φυσιολατρικών φυσιολατρικών φυσιολατρικών
αιτιατική φυσιολατρικούς φυσιολατρικές φυσιολατρικά
κλητική φυσιολατρικοί φυσιολατρικές φυσιολατρικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσιολατρικός < φυσιολατρία / φυσιολάτρης + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φυσιολατρικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία