Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φουράνιο τα φουράνια
      γενική του φουράνιου
φουρανίου
των φουράνιων
φουρανίων
    αιτιατική το φουράνιο τα φουράνια
     κλητική φουράνιο φουράνια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουράνιο < (απόδοση) αγγλική furan < λατινική furfur (πίτουρο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φουράνιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  • (χημική ένωση) ετεροκυκλική οργανική ένωση που έχει ενοχοποιηθεί για καρκινογένεση σε ζώα και πιθανόν σε ανθρώπους και η οποία ανευρίσκεται κυρίως σε όσα προϊόντα έχουν σφραγιστεί αεροστεγώς

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία