Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φθέγγομαι < αρχαία ελληνική φθέγγομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfθɛŋ.gɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

φθέγγομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φθέγγομαι < το θέμα φθεγ και με ετεροίωση φθογ

  ΡήμαΕπεξεργασία

φθέγγομαι αρσενικό (αποθετικό και μέσο, σπάνια παθητικό)

  1. αρθρώνω λόγο, βγάζω ήχο από το στόμα μου, λαλάω, ψελλίζω, βγάζω φωνή, βγάζω φθόγγο, όχι απαραιτήτως φράση, λέξη
    ἡ γυνή... ὄρνιθος τρόπον ἐδόκεέ σφι φθέγγεσθαι,... ἐπεὶ τέῳ ἂν τρόπῳ πελειάς γε ἀνθρωπηίῃ φωνῇ φθέγξαιτο (: <η ξένη γλώσσα> της γυναίκας τους φαινόταν σαν λαλιά πτηνού,.... γιατί πώς αλλιώς, θα μάθαινε να λαλάει σαν άνθρωπος το περιστέρι;
    ὅτε ἐξ Ἐφέσου ὡρμᾶτο Κύρῳ συσταθησόμενος, αἰετὸν ἀνεμιμνῄσκετο ἑαυτῷ δεξιὸν φθεγγόμενον (: θυμόταν πως όταν πήγαινε να γνωρίσει τον Κύρο άκουσε στα δεξιά του έναν αετό να κρώζει)
    οὐδ᾽ ἂν φθέγξασθαι δυνηθείη (: κατάπιε τη γλώσσα του, δεν μπόρεσε να αρθρώσει ούτε κουβέντα, έμεινε άναρθρος)
  2. μιλώ ακατάληπτα, τσαμπουνάω, αρθρώνω
    ὡς γὰρ πράττοντές τε καὶ πράξεως ἕνεκα πάντας τοὺς λόγους ποιούμενοι λέγουσιν τετραγωνίζειν τε καὶ παρατείνειν καὶ προστιθέναι καὶ πάντα οὕτω φθεγγόμενοι, (: μιλάνε λες και κάνουν κάτι, σαν όλες οι λέξεις τους να έχουν σκοπό τη δράση,, ενώ μιλάνε για τετραγωνισμό και εφαρμογές και προσθέσεις και όλο τέτοια λένε (Πλάτωνας)
  3. παράγω ήχο δυνατό
    βροντὴ δεξιὰ ἐφθέγξατο (ακούστηκε μπουμπουνητό από τα δεξιά, από τα δεξιά ερχόταν ήχος βροντής) (Ξενοφ.)
  4. φωνάζω, κραυγάζω
  5. ονομάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

εκφράσειςΕπεξεργασία

«Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις».[1]

  1. Ιωάννης Καλοστύπης, Μακεδονία «ήτοι Μελέτη Οικονομολογική, Γεωγραφική, Ιστορική και Εθνολογική», εκδ. Κάρολος Βίλμπεργ, 1886