Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρθρώνω < αρχαία ελληνική ἀρθρόω, -ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αρθρώνω

  1. συναρμολογώ κάτι από τα μέρη του, συνδέω μέρη ενός συνόλου, συνήθως λέξη (συνδέοντας φθόγγους) ή φράση (συνδέοντας λέξεις)
    δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη (από την ταραχή)
    δεν μπόρεσε να αρθρώσει λόγο (δεν είχε να αντιτάξει επιχειρήματα)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία