Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φεουδάρχης < φέουδο + -άρχης (< άρχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φεουδάρχης αρσενικό

  1. ο κύριος ενός φέουδου στο φεουδαρχικό σύστημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία